Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Στον Σάββα και την Δήμητρα


Είπα να χαζέψω λίγο στα blogs των φίλων μου ,να ξεχαστώ λιγάκι και….ίσως να φτιάξει και λίγο η διάθεση ,που αυτές τις μέρες είναι χάλια .Κάνοντας λοιπόν την βόλτα μου μπήκα στο blog του Σάββα και διάβασα ένα αφιέρωμα στην γυναίκα του ,με αφορμή τα 6 χρόνια γνωριμίας τους .Και όπως είμαι και ευαίσθητη ,ρομαντική ,και κυρίως γιατί λατρεύω τους άντρες που δεν διστάζουν να εκφράσουν δημοσίως τα αισθήματά τους ,τους κάνω και εγώ ένα δωράκι με την ευχή η αγάπη τους να είναι παντοτινή και γεμάτη χαρές .

glitter-graphics.com

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Ήταν άνθρωπος

alt

Από την Ξένια Σώντερς
Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δεν σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα.
Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή.
Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.
Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δεν φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι• σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο.
Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση.
Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια τής γριούλας, δεν μίλησε.
Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε. Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου».
Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της.
Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους». «Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν ν’ αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δεν θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση.
Αλλ’ ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, ν’ αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης.
Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ ν’ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα».
Στην επόμενη στάση ένα παλικάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσική. Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουργια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το παλικάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, είπε, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.
Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία.
Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ».
Πηγή: Ηλεκτρονικό Περιοδικό “Το Γράμμα”, Τεύχος 100, σελ. 14. (www.lettre.gr)

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Καλές γιορτές

Καλησπέρα φίλοι μου…Οι μέρες κυλούν γρήγορα ,και τα Χριστούγεννα πλησιάζουν . Ο χρόνος ελάχιστος πλέον ακόμα και για λίγη ξεκούραση .Δεν ξέρω αν θα πάτε κάπου τις γιορτές ,εγώ σίγουρα όχι .Εύχομαι όμως σε όλους ολόψυχα όπου και να είσαστε να περάσετε καλά ,να ξεχάσετε για λίγο όσα μας πνίγουν το τελευταίο διάστημα και να περάσετε μαγευτικές γιορτές.


Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

Ντίνος Παπασπύρου... Ο αυτοδίδακτος ζωγράφος της Θεσσαλονίκης

GlitterGraphics.gr

Σε προηγούμενη ανάρτηση παρουσίασα ένα μικρό διήγημα που έγραψε ο ζωγράφος και συγγραφέας Ντίνος Παπασπύρου .Σήμερα θα σας παρουσιάσω μέρος της δουλειάς του που πραγματικά με εντυπωσίασε .Ελπίζω η παρουσίαση αυτή να σας αρέσει.


Νιώθεις ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα όταν σεργιανάς σ' αυτήν την πόλη νωρίς τα ήρεμα κυριακάτικα πρωινά και περιδιαβαίνεις στο κέντρο της. Σαν νεοφερμένος στην ίδια σου γενέθλια πόλη, βλέπεις αυτά που σου διαφεύγουν στις καθημερινές ρουτινιάρικες διαδρομές, πνιγμένα στον ορυμαγδό της κίνησης, πεζής και εποχούμενης……
….Ποια σχέση άραγε με δένει μ' αυτήν την πόλη; Νά'ναι αγάπη, έρωτας, πάθος; Δεν ξέρω. Αυτό πάντως προσπαθώ να εκφράσω με τις ζωγραφιές μου….
(Ντίνος Παπασπύρου )



Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Χρόνια πολλά



Σήμερα γιορτάζει η μητέρα μου αλλά και η κόρη μου .Το λιγότερο που θα μπορούσα να τους χαρίσω την καδιά μου και ένα γλυκό χαμόγελο .Ένα τραγούδι για την πολυαγαπημένη και μοναδική μητέρα μου ….




Και στην την κόρη μου κάτι που έγραψα σε μια παλαιότερη ανάρτηση ,αλλά πάντα αφιερωμένο στην ίδια

Είχα την τάση να ζωγραφίζω τα όνειρα μου στην άμμο ,και να κάθομαι και να τα κοιτάζω….άλλαζαν χίλια δυο χρώματα ,έπαιρναν την μορφή που ήθελα εγώ ,και μέσα τους έκλεισα όλα τα αρώματα της γης .Και εγώ εκεί ,στα όνειρά μου ,τα ζωγραφισμένα στην άμμο ,να κάνω ταξίδια μαζί τους .Κάποια στιγμή ένα κύμα μεγάλο ήρθε και τα έσβησε .Και εγώ ξανά από την αρχή και με πείσμα συνέχιζα να τα ζωγραφίζω στην άμμο και να μαζί μ αυτά να ζω .Και ήρθε δεύτερο και τρίτο κύμα , και τα έσβησε πάλι ,αλλά εγώ ακάθεκτη συνέχιζα πάλι από την αρχή .Πίστευα σ αυτό τον κόσμο και φανταζόμουν ότι μπορούσα οπουδήποτε να ζωγραφίζω τα όνειρά μου …Κάποια στιγμή ,ήρθε ένα θεόρατο κύμα, τόσο μεγάλο που με τρόμαξε .Τα πήρε μαζί του ,τα αφάνισε …Κουρέλια ξεσχισμένα ,πεταμένα αλύπητα εδώ κι εκεί…προσπάθησα να τα μαζέψω .πήρα όσα πινέλα μου απέμειναν ,έκανα καμβά την άμμο ,αλλά μάταιος κόπος…δεν έμεινε σταλιά χρωμάτων,είχαν στερέψει όλα .Όχι…δεν ήθελα τα όνειρά μου ασπρόμαυρα …τα ήθελα γεμάτα χρώματα ,ζωή ,γεμάτα φώς και γλυκές μελωδίες .Έπρεπε να κάνω κάτι γι αυτό …

και…ναι!!!

το βρήκα!!!

θα τα χαράξω πάνω στον βράχο …

Τώρα είμαι χαρούμενη !!!!Τα βλέπω να στέκουν εκεί χαραγμένα ,τα νοιώθω ,ταξιδεύω μαζί τους ,και ξέρω ότι κανένα κύμα και κανένας αέρας δεν θα μου τα πάρει…Θα στέκουν εκεί ,δυνατά ,αγέρωχα …Τώρα ναι…ξέρω…

Τα όνειρά μου στον βράχο να χαράζω !!!!

Σας αγαπώ πολύ...

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΕΙ ΟΔΕΥΟΥΜΕ Ή ΜΗΠΩΣ ΚΑΝΩ ΛΑΘΟΣ????? ΚΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ: ΕΥΧΗ Ή ΚΑΤΑΡΑ????




Παραγγελία πίτσας το έτος 2016 (για γέλια ή για κλάματα????)

Τηλεφωνήτρια : "Pizza Hut, καλησπέρα σας."

Πελάτης : "Καλησπέρα, θα ήθελα να δώσω μια παραγγελία."

Τηλεφωνήτρια : "Θα μπορούσα να έχω τον ΕΑΤ σας, παρακαλώ;"

Πελάτης : "Τον Εθνικό Αριθμό Ταυτοποίησής μου (National ID Number),
ναι, μια στιγμή, ορίστε, είναι ο 6102049998-45-54610."

Τηλεφωνήτρια : "Ευχαριστώ, κύριε Sheehan. Λοιπόν η διεύθυνσή σας
είναι 1742 Meadowland Drive, και ο αριθμός τηλεφώνου σας 494-2366.
Το επαγγελματικό τηλέφωνό σας στην Lincoln Insurance είναι 745-2302
και ο αριθμός του κινητού σας 266-2566. Από ποιον αριθμό καλείτε ;"

Πελάτης : "Εεε; Είμαι στο σπίτι. Από πού τις βγάζετε όλες αυτές
τις πληροφορίες;"

Τηλεφωνήτρια : "Είμαστε συνδεδεμένοι με το σύστημα, κύριε."

Πελάτης : (Στεναγμός) "Α μάλιστα ! Θα ήθελα δύο σπέσιαλ πίτσες με
ζαμπόν,μπέικον. ..."

Τηλεφωνήτρια : "Δεν νομίζω ότι θα ήταν καλή ιδέα, κύριε."

Πελάτης : "Α μπα;"

Τηλεφωνήτρια : "Σύμφωνα με τον ιατρικό σας φάκελο, υποφέρετε από
υπέρταση και το επίπεδο της χοληστερόλης σας είναι υψηλό. Η
ασφάλεια περίθαλψης που έχετε σας απαγορεύει μια τόσο επικίνδυνη για
την υγεία σας επιλογή."

Πελάτης : "Αϊ ! Τι μου προτείνετε λοιπόν; "

Τηλεφωνήτρια : "Μπορείτε ν α δοκιμάσετε την Πίτσα Λάιτ με γιαούρτι
σόγιας. Είμαι σίγουρη ότι θα σας αρέσει πολύ."

Πελάτης : "Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι θα μου αρέσει αυτή η πίτσα; "

Τηλεφωνήτρια : "Συμβουλευτήκατε τις 'Νόστιμες συνταγές με σόγια' στη
βιβλιοθήκη της περιοχής σας την περασμένη εβδομάδα, κύριε. Εξ ου
και η πρόταση μου."
Πελάτης : "Καλά, εντάξει. Δώστε μου δυο, οικογενειακό μέγεθος. Τι
οφείλω;"

Τηλεφωνήτρια : "Πραγματική ευκαιρί α για σας, τη σύζυγό σας και τα
τέσσερα παιδιά σας, κύριε. Οφεί λετε 49,99 $."

Πελάτης : "Να σας δώσω τον αριθμό της πιστωτικής μου κάρτας."

Τηλεφωνήτρια : "Λυπάμαι, κύριε, αλλά φοβάμαι ότι θα πρέπει να
πληρώσετε μετρητοίς.. Το υπόλοιπο της πιστωτικής σας κάρτας έχει
υπερβεί το όριο ".

Πελάτης : "Θα πάω να βγάλω μετρητά από το μηχάνημα προτού έρθει ο
υπάλληλός σας."

Τηλεφωνήτρια : "Ούτε αυτό είναι δυνατόν, κύριε. Ο τραπεζικός σας
λογαριασμός είναι ακάλυπτος."

Πελάτης : "Να μη σας ενδιαφέρει. Εσείς στείλτε μου τις πίτσες. Θα
έχω τα μετρητά. Πόσην ώρα θα πάρει; "

Τηλεφωνήτρια : "Έχουμε μια μικρή καθυστέρηση, κύριε. Θα είναι στο
σπίτι σας σε 45 λεπτά περίπου. Εάν βιάζεστε, μπορείτε να έρθετε να
τις πάρετε, αφού βγάλετε τα μετρητά, αλλά η μεταφορά πίτσας με
μοτοσυκλέτα είναι τουλάχιστον ακροβασία. "

Πελάτης : "Πού στο διάολο ξέρετε ότι έχω μηχανή;"

Τηλεφωνήτρια : "Βλέπω εδώ ότι επειδή δεν καταβάλατε ε μπρόθεσμα τις
δόσεις, το αυτοκίνητό σας έχει κατασχεθεί. Αλλά η Χάρλεϊ έχει
εξοφληθεί, οπότε απλώς συνεπέρανα ότι θα την χρησιμοποιούσατε.."

Πελάτης : "@#%/$@&?#!$*#@&$%^&*΄

Τηλεφωνήτρια : "Σας συμβουλεύω να παραμείνετε κόσμιος, κύριε. Έχετε
ήδη καταδικαστεί τον Ιούλιο του 2006 για προσβολή οργάνου της
τάξεως."

Πελάτης : (Άφωνος)

Τηλεφωνήτρια : "Κάτι άλλο κύριε;"

Πελάτης : "Όχι τίποτα. Α ναι, μην ξεχάσετε τα δυο λίτρα δωρεάν Κόκα
Κόλα μαζί με τις πίτσες, σύμφωνα με τη διαφήμισή σας."

Τηλεφωνήτρια : "Λυπάμαι, κύριε, αλλά υπάρχει ρήτρα στη διαφήμισή μας
που μας απαγορεύει να προσφέρουμε δωρεάν αναψυκτικά σε διαβητικούς"

Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Παραμονή Χριστουγέννων του '43

Ο πατέρας γύρισε εκείνο το βράδυ την ίδια ώρα από τη ΧΕΝ. Ακούμπησε στη κουζίνα αποσταμένος τα δύο κονσερβοκούτια με φαγητό, κάθισε στη μοναδική ξύλινη καρέκλα και έβγαλε τα λιωμένα παπούτσια. Πιο πολύ τον προφύλαγαν τα τσουράπια που είχε πλέξει η γιαγιά. Ξεσκέπασε προσεκτικά τα τενεκεδάκια και τα έβαλε στο συρμάτινο φανάρι που κρέμονταν πάνω στο πάγκο. Κάθε βράδυ το ίδιο. Ήταν η μερίδα που δικαιούταν κάθε εργαζόμενος στο μαγειρείο της ΧΕΝ. Την έφερνε σπίτι για να μας κρατά όρθιους τις δύσκολες εκείνες μέρες της κατοχής. «Εγώ χορταίνω από τις μυρωδιές» έλεγε στη μητέρα, όταν τον πίεζε να πάρει κι αυτός μια μπουκιά. Ακόμη και ο σκύλος μας ο Μπόμπης κρατιόταν από το φαγητό που έφερνε ο πατέρας. Η μητέρα γέμιζε με νερό τα άδεια τενεκέδια και γέμιζε τη γαβάθα του. Με όση δύναμη απόμενε στο σκελετωμένο του κορμί σηκώνονταν στα πίσω πόδια και με τη γλώσσα ρουφούσε το νεροζούμι στον αέρα. Μετά έχωνε τη μουσούδα στη γαβάθα αδειάζοντάς την στη στιγμή χωρίς ανάσα. Όλο το υπόλοιπο βράδυ περνούσε γλείφοντας την. Τον άκουγα να τη σέρνει εδώ κι εκεί μέσα στην αυλή καθώς κοιμόμουν δίπλα στο παράθυρο

Ο μισθός του πατέρα ελάχιστα βοηθούσε. Το χαρτονόμισμα ξευτελιζόταν κάθε στιγμή μέσα στη μέρα. Αν είχες λίρες, στάρι, λάδι, όσπρια ή άλλα τέτοια βασικά ήσουν βασιλιάς. Το ψωμί σπάνια έμπαινε στο σπίτι. Όλη η προίκα της μητέρας είχε ανταλλαγεί στα γύρω χωριά για μισό σακί καλαμπόκι ή φασόλια και λίγο στάρι.
Χωρίς να βγάλει το πανωφόρι μπήκε το δωμάτιο. Στο μικρό σιδερένιο κρεβάτι ξαπλωμένοι η μητέρα και η γιαγιά στις δύο άκρες και στη μέση ο αδελφός μου κι εγώ, σκεπασμένοι με το πάπλωμα που είχε απομείνει και από πάνω μία κουρελού. Ο πατέρας ακούμπησε το χέρι στη μεγάλη σιδερένια σόμπα δίπλα στο κρεβάτι «Το τελευταίο ξύλο έριξα το μεσημέρι», λέει η μητέρα, «έχει χωνέψει από ώρα και κρύωναν τα παιδιά». Παρακολουθούσαμε τον πατέρα με τα μάτια μόνο έξω από τα σκεπάσματα. Αμήχανος κοίταξε από το παράθυρο στην αυλή. Το τελευταίο χοντρό δέντρο το είχε κόψει τρεις μέρες πριν. Τα άλλα ήταν λιγνά, ίδια με μας. Απότομα ανοίγει το παράθυρο. «Γιάννη τι κάνεις τρελάθηκες έχει παγωνιά», άρχισε να φωνάζει η μητέρα. Αρπάζει το μεγάλο τραπέζι που ήταν στο δωμάτιο το γυρίζει στο πλάι και το σπρώχνει στο ανοιχτό παράθυρο προς την αυλή. Θυμάμαι τα καλοκαίρια που το βγάζαμε στην αυλή για να γίνει πιο ευρύχωρο το δωμάτιο, δε χώραγε από καμία πόρτα. Το σήκωσε με όση δύναμη του απόμενε και το άφησε να πέσει έξω. Με νευρικές κινήσεις έκλεισε το παράθυρο και παίρνοντας το μικρό τσεκουράκι βγήκε έξω. Πετάχτηκα βολίδα από το κρεβάτι και κόλλησα το πρόσωπο στο τζάμι. Ο πατέρας όλο μανία, λες και μισούσε το τραπέζι, άρχισε να το κομματιάζει με απανωτές τσεκουριές.

Σαν τελείωσε, ξεδιάλεξε και έφερε μέσα τα χοντρά κομμάτια, πόδια και πλαϊνά. Η σόμπα ήταν αρκετά ψηλή, λίγο πιο πάνω από το μπόι μου. Την άνοιξε από πάνω βγάζοντας όλα τα στρογγυλά στεφάνια και έχωσε μέσα όσα κομμάτια χωρούσαν. Από το μπροστινό κάτω άνοιγμα στρίμωξε τα μικρότερα. Σε ένα από αυτά πλησίασε το τσακμάκι και αφού προσπάθησε δυο τρεις φορές του έβαλε φωτιά. Άρπαξαν όλα, σε λίγο η σόμπα άρχισε να μπουμπουνίζει και τα πλαϊνά της κοκκίνησαν. Το δωμάτιο πήρε μια θαλπωρή. Πετάξαμε τα σκεπάσματα και ανακαθίσαμε στο κρεβάτι.

Έξω είχε αρχίσει να αγριεύει ο καιρός. Μόνο οι κάργες πετούσαν πάνω από τα πεύκα του 50ού Συντάγματος που μερικές φορές κατέβαιναν στα πρανή του λάκκου ψάχνοντας άδικα για κανένα φαγώσιμο. Δεν άργησαν οι πρώτες σπυρωτές χιονονιφάδες να κτυπούν το τζάμι του δωματίου καθώς τις στροβίλιζε ο αέρας.
Καθόμασταν αμίλητοι και ευχαριστιόμασταν τη ζέστη που είχε απλωθεί παντού. «Δέντρο δεν θα κάνουμε;», πετάχτηκα σπάζοντας τη σιγή. Γύρισαν και με κοίταξαν αμίλητοι. «Θέλω δέντρο», ξαναείπα. «Να, έχουμε έξω στην αυλή» λέει η γιαγιά και δείχνει το μικρό κυπαρισσάκι που έφερε και φύτεψε στην αυλή την προηγούμενη χρονιά ο πατέρας όταν το βρήκε ξεριζωμένο μέσα στα χαλάσματα της παλιάς έκθεσης. «Εγώ θέλω Χριστουγεννιάτικο, όχι τέτοιο». Με κοίταξε ο πατέρας για λίγο και μετά αρπάζοντας το πανωφόρι βγήκε έξω. Πέρασε αρκετή ώρα και η μητέρα κοίταζε ανήσυχη από το παράθυρο. Η γιαγιά, πάντα πιο ψύχραιμη, φορώντας τα στρογγυλά γυαλιά της χαμηλά στη μύτη ήταν συγκεντρωμένη στο πλέξιμο. «Που πάει πάλι αυτός ο άνθρωπος. Έξω γίνεται χαλασμός, κουρασμένος είναι και όπου να’ ναι αρχίζει η απαγόρευση της κυκλοφορίας. Δεν λες και εσύ κάτι μητέρα;» λέει στη γιαγιά. Η γιαγιά τράβηξε την κλωστή να ξετυλιχθεί το κουβάρι και δεν είπε κουβέντα. «Πάντα έτσι αψήφιστη ήσουν, αλλά να μην ενδιαφέρεσαι για το γιο σου, τι να πω» Η βουβαμάρα συνεχίστηκε μέχρι που ακούστηκε το κουδουνάκι της ξύλινης εξώπορτας της αυλής. Σε λίγο φάνηκε η σιλουέτα του πατέρα έξω από το τζάμι έχοντας κάτι στον ώμο. «Μας έφερε δέντρο μαμά», αναφώνησα. Ένα ακρόκλωνο από πεύκο, που πάνω του ακόμη δεν είχαν λιώσει οι νιφάδες από το χιόνι που έπεφτε.
Το στήσαμε σε μια γλάστρα, κρεμάσαμε πολύχρωμα κουρελάκια, κόψαμε σε πολλά κομμάτια μερικά κεριά, που είχε κάνει η γιαγιά από γουρουνίσιο λίπος για να μας φωτίζουν το βράδυ και τα δέσαμε εδώ κι εκεί. Το φως τους έδωσε άλλη ζεστασιά στο κρύο δωμάτιο. «τώρα ύπνο παιδιά, αύριο θα μας πείτε τα κάλαντα κάτω από το δέντρο» χαμογέλασε και μας σκέπασε η μητέρα.
Το πρωί ξύπνησα πρώτος. Έτρεξα κάτω από το δέντρο, το μύρισα, το χάϊδεψα απαλά και, δεν ξέρω πώς μου ήρθε, άρχισα να τραγουδώ τον εθνικό ύμνο μπερδεύοντας όπως πάντα την «όψη» με την «κόψη».


του ζωγράφου Ντίνου Παπασπύρου από το "λάμψεις και σκιές μνήμης"

Οι πίνακες είναι του Ντίνου Παπασπύρου. Αν πατήσετε πάνω στον πρώτο πίνακα ώστε να τον δείτε σε μεγέθυνση θα διαβάσετε στο περίγραμμά του ένα ποίημα του Τόλη Νικηφόρου..




ΚΑΛΗ ΒΔΟΜΑΔΑ ΦΙΛΟΙ ΜΟ

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Αν είχα την ευκαιρία να μεγαλώσω το παιδί μου από την αρχή

Ένα πραγματικά υπέροχο I mail που έλαβα με έβαλε στον πειρασμό να το μοιραστώ μαζί σας…ελπίζω να αρέσει το ίδιο και εσάς. Λίγο καθυστερημένα ,αλλά σας εύχομαι όλους καλό μήνα




1. θα φρόντιζα να χτίσω πρώτα την αυτοεκτίμησή του και μετά θα φρόντιζα για το σπίτι.

2. θα χρησιμοποιούσα τα δάχτυλά μου για να ζωγραφίζω κι όχι για να μαλώνω.

3. θα το διόρθωνα λιγότερο και θα συνδεόμουν μαζί του περισσότερο.

4. θα έπαιρνα τα μάτια μου από το ρολόι και θα κοίταζα περισσότερο το ίδιο το παιδί μου.

5. θα φρόντιζα να λέω «εγώ ξέρω» λιγότερο και να νοιάζομαι περισσότερο.

6. θα έκανα μαζί του πιο πολλές βόλτες και θα πετούσα περισσότερους χαρταετούς.

7. θα σταματούσα να προσποιούμαι τη σοβαρή και θα έπαιρνα πιο σοβαρά το παιχνίδι.

8. θα έτρεχα σε περισσότερους αγρούς και θα κοίταζα πιο πολύ τα αστέρια τη νύχτα.

9. θ΄ αγκάλιαζα περισσότερο και θα αποτραβιόμουν λιγότερο.

10. θα μπορούσα να δω την ομορφιά της βελανιδιάς με αφορμή ένα μικρό βελανίδι.

11. θα ήμουν λιγότερο άκαμπτη και περισσότερο υποστηρικτική.

12. θα του μάθαινα λιγότερα για την αγάπη της δύναμης και περισσότερα για τη δύναμη της αγάπης!!


Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Όμορφο πρωινό....

Πρωινό ξύπνημα Σαββάτου ,χωρίς το άγχος της δουλειάς, καθισμένη στον καναπέ , να απολαμβάνω ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ ,ακούγοντας το ήχο της βροχής που έπεφτε .,Αχ αυτή η βροχή!!! Ξέρεται βέβαια πόσο πολύ μου αρέσει!!! Σκεφτόμουν με ποιόν τρόπο θα την απολαύσω ,και την στιγμή εκείνη με παίρνει η φίλη μου τηλέφωνο, σαν να διάβασε την σκέψη μου και μου πρότεινε να πάμε για καφέ στην παραλία …Πολύ ωραία σκέψη ,να απολαύσω την βροχή αλλά και την θέα της θάλασσας .Και επειδή σκέφτηκα και όλους εσάς που αγαπάτε τις αποδράσεις έστω και αν είναι τόσο μικρές ,έβγαλα κάποιες φωτογραφίες από το καφέ να σας κάνω να ζηλέψετε λιγάκι ,αλλά και να σας ευχηθώ καλή βδομάδα.










Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Ένα ταξίδι στα "Χίλια νησιά"

Αρκετά σας έχω αφήσει χωρίς ένα ταξιδάκι….Λέω λοιπόν να αλλάξουμε παραστάσεις, και να σας ταξιδέψω κάπου στον Καναδά .Για τους περισσότερους ένα τόσο μακρινό ταξίδι είναι όνειρο ζωής…Με λίγη καλή θέληση και αρκετή φαντασία μπορούμε να το πραγματοποιήσουμε μέσα από εδώ.

Tα «Χίλια Νησιά είναι ένα σύμπλεγμα απο νησάκια που απλώνεται στα σύνορα Καναδά – ΗΠΑ στις εκβολές του ποταμού Αγ.Λαυρέντιος βόρεια της λίμνης Οντάριο. Απλώνονται σε μία έκταση περίπου 80χλμ από το Kingston

Ta καναδέζικα νησιά ανήκουν στην επαρχία του Οντάριο ενώ τα Αμερικάνικα στην πολιτεία της Νεάς Υόρκης . Ο αριθμός τους ανέρχεται σε 1.865 και η έκτασή τους ποικίλλει από 100χλμ2 μέχρι τα πολύ μικ΄ρά με μία μόνο κατοικία και τις ακατοίκητες βραχονησίδες που αποτελούν καταφύγιο αποδημητικών
υδρόβιων πτηνών .